Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Επιλογή κριτικογραφίας

Απόπειρα εξόδου 1975-1981 (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985)

Σωστός ρυθμός, λιτότητα στην έκφραση, λόγος καίριος, πολυσή­μαντος, είναι τα δεσπόζοντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Μαρκόπουλου.
Δεν είναι όμως η κατάκτηση της τεχνικής το μοναδικό προτέρημα της ποιητικής του κατάθεσης: μέσα από τα ποιήματα του, διαγρά­φεται σπαρταριστός ο παλμός ενός ευαίσθητου ανθρώπου που συλλαμβάνοντας εξωτερικά ερεθί­σματα, ανεπαίσθητα στους πολ­λούς, τα μετουσιώνει σε ποίηση. […]
Και θα μιλούσα για ολοκληρωμέ­νο δημιουργό, αν δεν είχα επιμέρους ενστάσεις για ορισμένους «εκτροχιασμούς» του Μαρκόπου­λου, όπως, όταν «φωνάζει» εκεί που αρκεί ο ψίθυρος και ο υπαινιγμός, ή όταν δεν μπορεί ή δεν θέλει να χειραγωγήσει έναν υπερεκχειλίζοντα αυθορμητισμό.
Γιατί άλλο η στρατευμένη τέχνη και άλλο, τελείως άλλο, η «κραυγαλέα» προάσπιση μιας πολιτικής θέσης. Εκφράσεις όπως τα τίμια χέρια των δουλευτάδων μπορεί να λειτουργούν σε μια πολιτική προκήρυξη, αισθητικά όμως μένουν αδικαίωτες, σώματα ξένα στον κορμό της ποίησης. Η επανάληψη, πάλι, των ίδιων λέξε­ων σ’ ένα ποίημα, που γίνεται καταφανώς για να υπογραμμιστεί μια κατάσταση, εντέλει οδηγεί σε τελείως αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και η αισθητική του ποιήματος ναρκοθε­τείται αλλά και το μήνυμά του αποφορτίζεται...
Αυτές όμως οι αδυναμίες είναι εξαιρέσεις –και ευτυχώς ελάχι­στες– που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να επισκιάζουν το σύνολο της ποιητικής κατάθεσης του Μαρκόπουλου.
Με την ποιητική συλλογή του Απόπειρα Εξόδου ο Θανάσης Μαρκόπουλος κάνει ένα σίγουρο, σταθερό βήμα στων «ιδεών την πόλι».   

Θανάσης Γιαμάς, εφ. Παρατηρητής (Βέροια, 30-6-1983)

Του ανταποκριτή μας (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985)

Τον ποιητή Θανάση Ε. Μαρκόπουλο τον γνωρίσαμε από την πρώτη του ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε το 1982 με τον τίτλο Απόπειρα εξόδου. Σ’ αυτήν εκτιμήσαμε την σαφήνεια των ιδεών του και την απλή καθαρότητα των στίχων.
Στην καινούργια του δημιουργία διαφαίνεται μια ωριμότητα ποιητική και μια πυκνή μεστότητα στον στίχο.
Ο ελεύθερος στίχος έχει πάντα την ευελιξία του λόγου, γιατί στοχεύει στην εσωτερική πνοή του ποιήματος παρά στο περίγραμμα. Τα φραστικά οχήματα πολλές φορές συμπλέκονται με τον προβληματισμό του αναγνώστη, γι’ αυτό κατά την ταπεινή μας γνώμη αποδυναμώνουν την ουσία. Η εκζήτη­ση λεκτικών στοιχείων, παρ’ όλο που εντυπωσιάζει με την επιλογή λέξεων ακόμα και με τη γλωσσοπλασία, δεν βοηθάει στην καλή επικοινωνία.
Αν δεχτούμε τον ορισμό ότι ποίηση είναι διάλογος του δημιουργού με τους συνανθρώπους του, τότε αυτή η ιδεατή συνομιλία πετυχαίνεται καλύτερα με την απλότητα και καθαρότητα του λόγου.
Το καλό ποίημα απευθύνεται όχι μόνο στην αισθητική ικανοποίηση του αναγνώστη αλλά και στην πνευματική του απαίτηση.
Τέτοιες αρετές συναντήσαμε σε πολλές περιπτώσεις στην αρχιτεκτόνηση των στίχων του ανταποκριτή μας κι αυτό αποτελεί μαρτυρία ότι ο ποιητής πέτυχε στο σκοπό του να μεταδώσει τις εσώψυχες ανησυχίες του και ιδέες.
Στέλιος Σβαρνόπουλος, εφ. Βέροια (27-9-1985)

Η ποίησή του γεννιέται από τα καθημερινά βήματα του σύγχρονου ανθρώπου, που κανονικά θα ’πρεπε να ήταν απελπισμένος έως θανά­του, αν δεν υπήρχε βαθιά η ελπίδα πως τελικά θα αποδεχτεί την απόφαση μαζί με τους άλλους για να πολεμηθεί η τεχνητή αγωνία.
Πλούσιο το λεξιλόγιο του ποιη­τή, και ο λυρισμός του συγκρατημένος κι όπου ταιριάζει∙ ευρηματι­κός στις καταλήξεις των ποιημά­των (μερικά, αν συντομεύονταν, θα ήταν πιο πετυχημένα) και η απου­σία επιμέρους τίτλων δένει τη συνέ­χεια της κάθε ενότητας (ο αναγνώ­στης δέχεται καλύτερα το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τα σύντομα τραγούδια).

Κώστας Τσαούσης, εφ. Έθνος (29-1-1986)

Μοντέλο σώματος (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988)

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος βρίσκεται παντού με τούτη τη συλλογή του. Ακολουθεί τον άνθρωπο, αθροίζει τις αγωνίες και τις ελπίδες του, καταγράφει τα αδιέξοδα, προτείνει, παρασύρει. Είναι η ποίησή του βιωματική. Εκείνο που αληθινά βιάζομαι να πω είναι για τον πλούτο της γλώσσας του. Η γνώση και η τόλμη να την χρησιμοποιεί, να την μεταχειρίζεται. Αέρας και λεπίδι, έρωτας κι απόγνωση, απόφαση, ταξική συνείδηση, λέξεις, σχήματα, εικόνες που «διαπαιδαγωγούν». Δεν είναι μια ποίηση κραυγαλέα, κι είναι η σιωπή της που σε πείθει για ένα άλλο κοίταγμα του κόσμου. Είναι ο ρομαντισμός της που σε ξεσηκώνει, η τρυφερότητά της που επουλώνει πληγές που άνοιξε ή και ανοίγει η οργή. Είναι ο ερωτισμός της που διαχέεται και διαποτίζει τις απαιτούμενες και μαζί αναγκαίες κινήσεις-πράξεις, που φέρνουν κοντύτερα στο όραμα.

Σοφία Φίλντιση, εφ. Μάχη (Μεσσηνία, 16-10-1989)

Σελίδες  62,  γεμάτες  ποιήματα.  Ποιήματα γεμάτα σαρκασμό, ειρωνεία, μορφασμό για κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο στίχος καταλυτικός καταγράφει τη γύμνια των ψυχών, τη φτώχεια της καθημερινής ζωής, την έκπτωση κάθε αξίας. Ο λόγος αδυσώπητος για τη συναλλαγή και τη φθορά.
Ο  ποιητής μόνος,  ανίκανος να παρακολουθήσει ή να παραδεχτεί τη γενική φθορά και  κατάλυση  δηλώνει  αποχή  και αναλαμβάνει τις ευθύνες του.
Ο λόγος όμως έχει και αντίλογο.  Κι έτσι πίσω  από τη  μάσκα  της  ειρωνείας  και της απέχθειας ο τρυφερός τόνος και ο συγκροτημένος  αλλά  εμφανής  καημός  σπάει  το φράγμα. 
Κι επειδή κι από την ανάποδη φοριέται η φαντασία και σ’ όλα τα μεγέθη, ο ποιητής μάς προσφέρει μια μικρή δόση της αγάπης του για ομορφιά, την ομορφιά του κόσμου που κρύβεται πίσω από τη φθορά της καθημερινότητας,  αυτή  που συλλαμβάνει  με  δυο άγρια περιστέρια στα μάτια του, με  μια ριπή από  φως  στο  νυχτωμένο του  στήθος. Μ’ αυτό το φως κι αυτά τα μάτια παρακολουθεί τα  κορίτσια:  Καβάλα στους έρωτες / πέρασαν τα κορίτσια / μετά το φροντιστήριο / πετροβολώντας με γέλια τη νύχτα / και χάθηκαν στα πάρκα // Κι ένα κορίτσι / μην έχοντας άτι απόμεινε πίσω / να σέρνει με το μετάξι των μαλλιών της  / στον ουρανό / ένα παράπονο φεγγάρι.

Ανθούλα Δανιήλ
περ. Γράμματα και Τέχνες 60 (Ιανουάριος-Μάιος 1990) 46-47


Ανοιγμένη φλέβα (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991)

Υπάρχει μια ευ­νόητα αποδεκτή αγωνία στα ποι­ήματα του Θ.Μ. Η διάψευση, ντυ­μένη σεμνά, αλλά οπλισμένη με φα­γωμένα προσωπεία, τινάζει σαρ­καστικά τα ριπίδια μιας άλλης επο­χής, όταν τα ιδανικά φοριούνταν μέσα από τα ρούχα, κατάσαρκα και δε χρησιμοποιούνταν για μετάλλια αμφισβητούμενης ιδεολογικής «αν­δρείας», όπως σήμερα. Ο λόγος του ακέραιος, το μήνυμα καθαρό «Χάσαμε χωρίς να παίξουμε». Κι αυτό, τα λέει όλα.

Δημήτρης Ιατρόπουλος,  περ.  Εικόνες 373 (25-12-1991) 119

Η καινούργια ποιητική συλλογή του Θ. Μαρκόπουλου συνεχίζει τη συζήτηση, θα λέγαμε, που ξεκίνησε με τις δύο προηγούμενες συλλογές του (το πρώτο του βιβλίο Απόπειρα εξόδου, 1982, μας είναι άγνωστο).
Στη συλλογή Του ανταποκριτή μας (1985) ο έρωτας και ο κοινωνικός αγώνας είναι αξεχώριστοι. Στο Μοντέλο σώ­ματος (1988) μας βάζει μπροστά στις ευθύνες μας, συναι­σθανόμενος την επικείμενη κατάρρευση πράξεων και αξιών. Σήμερα, η ποίησή του, Ανοιγμένη φλέβα, έρμαιο κι αυτή της ρευστότητας που κυριαρχεί παντού, προσπαθεί να βάλει μια σειρά. Από τη μια, όπως καίει κανείς παλιά γραφτά που τα θεωρεί ξεπερασμένα, ο ποιητής καίει ένα μέρος του πα­ρελθόντος: Κι έβαλα φωτιά / στα χτεσινά μου τοπία. Απ’ την άλλη, ψάχνοντας για το καινούργιο, βρίσκεται αντιμέ­τωπος με την ισοπέδωση που έχει επιβάλει η κυρίαρχη κουλτούρα του καπιταλισμού. Η απογοήτευση (όχι παραί­τηση) τον ακολουθεί σαν σκιά, προϊόν του κυρίαρχου υπερατομικού υποκειμένου. Είναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω στίχοι:  Τώρα πια / έχασε το νόημά του κι ο φόνος. // Για σκέψου / να τραβήξεις μαχαίρι / και να γεμίσουν τα χέρια σου / Coca-Cola.

Δημήτρης Πανουσάκης, εφ. Ριζοσπάστης (19-3-1992)

Οι αλλαγές που παρατηρούνται στην τέταρτη συλλογή, Ανοιγμένη φλέβα (Παρατηρητής, 1991), με πρώτη ματιά δε δείχνουν να συνιστούν τομή στο έργο του ποιητή. Κάποιες βέβαια δεν είναι αμελητέες. Για παράδειγμα η αλλαγή εκδοτικού οίκου (από τη Σύγχρονη εποχή όπου εκδόθηκαν τα τρία πρώτα έργα στον Παρατηρητή) μπορεί σήμερα να είναι ασήμαντη λεπτομέρεια, ωστόσο το 1991 σήμαινε ακόμη αρκετά. Και το γεγονός ότι τα ποιήματα αποκτούν τίτλο δεν είναι αδιάφορο: με τα άτιτλα ποιήματα υπήρχε, υποθέτω, η διάθεση να αντιμετωπίζεται ολόκληρη η συλλογή ως ένα ποίημα, ή ως μία μεγάλη ενότητα. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, τότε οι τίτλοι δείχνουν πως η συλλογή είναι πλέον άθροισμα ανεξάρτητων ποιημάτων και δεν υπάρχει ίσως κάποιος συγκεκριμένος προσανατολισμός ή κατεύθυνση. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και η έλλειψη ισχυρού θεματικού κέντρου, κάτι που ίσχυε για τις δύο πρώτες συλλογές (δηλαδή όσο η κοινωνική/πολιτική ποίηση κυριαρχούσε) και άρχισε να εγκαταλείπεται από την τρίτη συλλογή. Το ουσιαστικό σημείο τομής ωστόσο που σηματοδοτεί μια δεύτερη περίοδο (χρησιμοποιώ στη συνέχεια τον όρο «εποχή») στον ποιητικό λόγο του Θ. Μαρκόπουλου το ορίζουν δύο ποιήματα, το «Αυτοκριτική» και το «Η τύχη του Τσε».

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Φιλόλογος 151 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013) 81

Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκκα
(Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995)

Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος σκιαγραφεί τους τρόπους της αφήγησης («... πως χτίζει παραγράφους και οικοδομεί ένα έργο “δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση”...»). Επίσης, συντάσσει χρονολόγιο, εργογραφία και κριτικογραφία, συμπληρώνοντας το περί Χάκκα κεφαλαίο της Μεταπολεμικής Πεζογραφίας (Εκδόσεις: Σοκόλης). Με αυτά τα προκαταρκτικά, ο μελετητής έρχεται στα πρόσωπα του δράματος. Πληρέστεροι, θεωρεί πως διαγράφονται οι χαρακτήρες στα παλαιότε­ρα διηγήματα, τα παραδοσιακότερης γραφής, ενώ, μάλλον υποτυπώ­δεις, στα μεταγενέστερα. Προλετάριοι και μικροαστοί, με την πολιτι­κή τους ιδεολογία να τους χαρακτηρίζει.
Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος διακρίνει τους χαρακτήρες, σε πρόσωπα της καθημερινότητας (άντρες, ως επί το πλείστον πολιτικοποιημένους, και γυναίκες, περισσότερο ερωτικές), στα πρόσωπα του καθεστώτος, κατά κανόνα ανώνυμα, και τέλος τους σημαντικότερους ήρωες που είναι ο αφηγητής και οι ιδεολογικοί σύντροφοι. Και το συμπέρασμα, οι ήρωες του Μ. Χάκκα συγκροτούν «κόσμο ωραιότητας και μεγαλεί­ου». Άνθρωποι καθημερινοί, προβάλλουν απαλλαγμένοι από μικρο­πρέπειες. Και ο θάνατος, καταλύτης σιη δημιουργία, επισπεύδει την ωρίμανση της γραφής, προσδίδοντας «απαισιοδοξία αρρενωπή».
Ενδιαφέρουσα η μελέτη και παράλληλα, βιβλίο αναφοράς για τον πεζογράφο Μ. Χάκκα.

Μάρη Θεοδοσοπούλου, εφ. Η Εποχή (21-4-1996)

Η μελέτη του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου που επιγράφεται Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκκα, άριστα δομημένη και συστηματική, μας παρουσιάζει ευσύνοπτα μα και διεισδυτικά τους ήρωες και τις αντιδράσεις των στο έργο του ενλόγω συγγραφέα. Ο Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, με επίκεντρο τους δύο βασικούς θεματολογικούς άξονες του Μάριου Χάκκα, την αριστερή ιδεολογία και τον θάνατο, καταλογογραφεί αυτούς, οι οποίοι ωστόσο εν πολλοίς απηχούν τις απόψεις του ίδιου του Μ. Χάκκα.
Η καλογραμμένη και, οπωσδήποτε, αξιοπρόσεκτη αυτή μελέτη χωρίζε­ται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη γίνεται αναφορά στο έργο του συγγρα­φέα σε σχέση με την εποχή που έζησε. Στη δεύτερη γίνεται μια ενδιαφέ­ρουσα ανάλυση των τρόπων αφηγήσεώς του και στην τρίτη, που είναι και το κυρίως θέμα της μελέτης, παρουσιάζονται τα πρόσωπα των έργων του Μάριου Χάκκα ταξινομημένα ανάλογα με τη θέση που παίρνουν απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Την παρούσα μελέτη συμπληρώνουν η εκτενής βιογραφία του М.X., οι πράγματι, εξαντλητικές σημειώσεις και η χρησιμότατη βιβλιογραφία της, η οποία αναντίρρητα θα προσελκύσει την προσοχή κάθε μελετητή της νεώτερης λογοτεχνίας μας.
Επειδή δε η αποτίμηση του έργου των περισσοτέρων πεζογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς δεν έχει γίνει ακόμη με την απαιτούμενη νηφαλιότητα που παρέχει η χρονική απόσταση, τέτοιες μελέτες σαν κι αυτή του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου και χρήσιμες είναι και καλοδεχούμενες για τον μελλοντικό ερευνητή.

Γιώργος Πετρόπουλος
περ. Οδός Πανός 88 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1996) 101-102

Το περίστροφο της σιωπής (Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1996)

Με τη νέα του συλλογή έρ­χεται να υποδηλώσει μια ση­μαντική παρουσία, απ’ αυ­τές που δεν έχουν προσμετρηθεί (στην γενιά του ’70) όπως έπρεπε. Μ’ ένα λόγο ου­σίας, έκτασης, έντασης. Πε­ριπατητής του κόσμου τού­του, μετ’ αναφιλητών. Μ’ έ­ναν πόνο εύγλωττο του σύγ­χρονου ανθρώπου που ψά­χνεις πολύ στην αεροβόρα πολυλογία των δήθεν ποιη­τικών συλλογών που κάνουν πάταγο να βρεις. Επιτέλους, να κι ένας ποιητής-γονυπετής. Κουραστήκαμε στους άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Πα­λεύει με τη μοναξιά και την έλλειψη μόνος του, με γυμνά μπράτσα. Δεν προσπαθεί να ξεγελάσει κανέναν, φωνάζει όσο πρέπει για την ποίηση, λυπάται μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του, ταπεινώνε­ται για να εξυψωθεί. Κάποτε βάζει τελεία και τίτλους. ΄Εχει την κούραση του λει­τουργού της μέσης εκπαί­δευσης και τη θλίψη της υγι­ούς αντίδρασης μπροστά στην αδηφάγο πραγματικό­τητα. Σωπαίνει, ψιθυρίζει, ε­κλιπαρεί, αποζητά τη δύναμη της γλώσσας και της λέξης. Κι όμως, παρ’ όλες τις ταλαι­πωρίες, ισορροπεί και δεν α­φήνεται στα ματωμένα δά­χτυλα της μοναξιάς να τον α­ποτελειώσουν. Η καθημερινό­τητα και η απορία της τον λυγίζουν, αλλά εκείνος την περιγράφει και την αντιμά­χεται.

Δήμητρα Παυλάκου,
εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή (30-3-1997) = Κείμενα για την ποίηση
Παραφερνάλια-Τυπωθήτω, Αθήνα 2009, σ. 224

Τα ποιήματα του Θ.Ε. Μαρκόπουλου μοιάζουν με σχόλια στα οποία χτίζεται με τρόπο λιτό, πυκνό, κάποτε αποφθεγματικό –και γι’ αυτό άμεσο– η γέφυρα επικοινωνίας με τον αναγνώστη, χωρίς αυταρέσκεια, αλλά με γνήσια αγωνία («Η ρεβάνς», «Οι φίλοι», «Κασσάνδρα ’91»). Τον ενδιαφέρει πρωτίστως η συσπείρωση γύρω από την ιδέα του ποιήματος και η στήριξη στο στίχο, ώστε αισθητικά να έχει αυτάρκεια. Απόρροια αυτής είναι η τάση της ευρηματικής απόληξης και του «παραξενίσματος». Η προσπάθεια να αναδειχτεί ο τελευταίος ή συνήθως οι τελευταίοι στίχοι κορυφώνει την κλιμάκωση των συναισθημάτων και εικόνων («Κασσάνδρα ’91», «Το επόμενο ψέμα», «Χαρούμενο ξεκίνημα», «Το περίστροφο της σιωπής», «Οικοδόμος εν αποστρατεία», «Ανταπόκριση»). Η ειρωνεία είναι παρούσα στην αντίθεση φαινομένου-πραγματικότητας («Χαρούμενο ξεκίνημα», «Πρώτη αγάπη», τίτλοι αντίθετοι σ’ ολόκληρο το περιεχόμενο των ποιημάτων, «Το επόμενο ψέμα», «Η ρεβάνς», «Έκθεση φωτογραφίας», «Αντίδοση»). Συχνά ανατρέπει το σκηνικό που στήνει με το σαρκασμό («Έπαρση σημαίας») ή με το χιούμορ («Η ηλικία της αθωότητας Ι, ΙΙ»).

Γιώργος Μύαρης
περ. Ακτή (Λευκωσία) 44 (Φθινόπωρο 2000) 380

Βιβλιογραφία Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996 (Παρέμβαση, Κοζάνη 1996)

Επιπόλαια θα επισήμαινε κάποιος ότι, συγκριτικά με εκδόσεις βιβλιογραφίας που αναφέρονται σε άλλους λογοτέχνες, η Βιβλιογραφία Ν.-Α. Ασλάνογλου έχει σχετικά περιορισμένη έκταση. Διότι σ’ αυτό επιδρά σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι το έργο του ποιητή είναι μικρό σε όγκο αλλά ποιοτικό και, επίσης, το ότι μόλις πρόσφα­τα άρχισε η κριτική αποτίμησή του. Η ερευ­νητική και η συνθετική προσπάθεια του Θ.Ε.Μ. είναι πέραν αμφιβολίας επιστημονι­κού επιπέδου. Παρέχει πολύτιμες πληροφο­ρίες και επεξηγήσεις. Ξεχωρίζω, διότι μ’ εντυπωσίασαν τα ακριβή στοιχεία για τις μεταφράσεις και δημοσιεύσεις ποιημάτων του Ν.-A. Α. στην αγγλική, γαλλική, γερμα­νική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα και βιβλιογραφία. Στα ασφυκτικά πλαίσια που κινείται κάθε βιβλιογραφική εργασία ως είδος, το αποτέλεσμα δεν ερεθί­ζει τον αμφιβληστροειδή του αναγνώστη. Όμως, δεν είναι σωστό να λησμονούνται τα χιλιόμετρα υπομονής και έρευνας που δια­νύει ο ερευνητής στο άγονο ελληνικό ερευ­νητικό τοπίο. Όποιος έχει γνωρίσει ανάλο­γες εμπειρίες μπορεί να κρίνει αντικειμενικά.

Γιώργος  Μύαρης
περ. Η Παρέμβαση (Κοζάνη) 99 (Καλοκαίρι 1997) 5

Τεστ κοπώσεως (Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 2002)

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βι­βλίου είναι αυτό που υποβόσκει πέρα από τις προθέσεις του ποιητή, το ίδιο το υποσυνείδητο μορφοποιημένο κά­τω από τη σκιά του Βερμίου. Το εξω­τερικό περιβάλλον, θετικό κι αρνητι­κό, αμφίσημο, μπορεί να σχολιάζεται με τον τρόπο της τυπικής λογικής∙ όμως, μονίμως αιωρείται η υποψία πως όλα διηθούνται στο βαθύτερο φίλτρο του υποσυνείδητου, εκεί που το βλέμμα ελεύθερο αναζητεί την εσωτερική του παράσταση, συνειρμι­κά κι αυτόματα. Ενώ τα ποιήματα επιδιώκουν ν’ αναδείξουν την αυτοτέλειά τους, μια βαθύτερη ροπή θέλει να τ’ αναποδογυρίσει, ν’ ανακατώσει τα στοιχεία τους, να τα ξαναφιλτράρει στην οθόνη ενός ονείρου τολμηρού και δυναμικού, στην καταπακτή μιας βαθύτερης κατάβασης προς το υπέ­δαφος της ψυχής. Έτσι, η αμφισημία γίνεται γενικότερη και στο επίπεδο των προθέσεων. Ο ποιητής επιδιώκει να μας παρουσιάσει μια πραγματικό­τητα που βιώνει μέσα από τη δοκιμα­σία του χρόνου, ενώ κατά βάθος οικοδομεί τους ιστούς ενός βαθύτερου ονείρου, γεμάτου θραύσματα της πραγματικότητας, παρόντος και πα­ρελθόντος, που αλληλοσυμπλέκονται με τους δικούς τους νόμους σ’ ένα διαρκές καθεστώς έλξης και απώθη­σης γύρω από τις δύο παρυφές του Βερμίου, όπου από τη μια κρύβεται η παιδική ηλικία κι από την άλλη η ενή­λικη ζωή.

Ιγνάτης Χουβαρδάς
περ. Εντευκτήριο 61 (Απρίλιος- Ιούνιος 2003) 132

Η ένδον πορεία του ποιητή συνεχίζε­ται πεισματική και ανανεωμένη, όπως και το βασανιστικό πελέκημα του στίχου. Εμφανής είναι και η αναζήτηση νέων τρό­πων έκφρασης. Υπερρεαλιστικές εικόνες, μεταφορές και παρομοιώσεις πυκνώνουν στα ποιήματα αυτά.
Κατάργηση της στίξης για την απόδο­ση του καθημερινού παραλογισμού ή του μουρμουρητού και της ειρωνείας· πυκνός και συνεχόμενος λόγος, για να καλύψει τις ανασφάλειες ή να προστατέψει σαν βλάστηση του λόγγου το καταδιωγμένο ανθρώπινο αγρίμι των καπιταλιστικών απόκεντρων· αφηγηματικές τεχνικές φθέγγονται για να ενισχύσουν το τούνελ διαφυγής· πεζογραφήματος μίμηση δίκην παραλλαγής της ψυχρής αδιαφορίας, για να μη φανεί στους γύρω η ερήμωση και η συντριβή του Ανθρώπου – φαινομενική αποκοπή από την παραδοσιακή φόρμα και επίμονο βούτηγμα στης σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας τα δροσερά νερά.

Γιώργος Μύαρης
περ. Πόρφυρας 109 (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2003) 505-507

Ωριμότητα και ηλικία πάνε –επίσης δυστυχώς– μαζί. Κοντά στα πενήντα το τεστ κοπώσεως μπαίνει στο πρόγραμμα των ιατρικών εξετάσεων· αλλά και τα είκοσι εφτά χρόνια δημιουργίας απαιτούν ένα Τεστ κοπώσεως για να φανούν οι αντοχές, αλλά και τα αθέατα ραγίσματα ή και ακόμη οι εμπλοκές του ποιητικού λόγου. Και προς επίρρωση του τίτλου το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Αντίο ποιήματα» και είναι μια «απολογία» του ποιητή για τα ελάχιστα ποιήματα της συλλογής. Διαπιστώνεται ένα αδιέξοδο: σπίτια, παιδιά, γυναίκα, αυτοκίνητο... χωράει άραγε πουθενά και η ποίηση; Όχι, σύμφωνα με το ποίημα. Υπερβολή ίσως, αν και συνηγορεί σ’ αυτό ο μικρός αριθμός των ποιημάτων της συλλογής. Εικοσιεπτά κείμενα, εννιά μόλις καθαρόαιμα ποιήματα (δώδεκα αν μετρήσουμε αυτόνομα τα αριθμημένα τμήματα της ενότητας με τίτλο «Σπόνδυλοι στη χλόη»). Εξαιρετικά σύντομα όλα, καθώς κανένα δεν ξεπερνά τους δεκατρείς στίχους. Τα υπόλοιπα είναι πεζά ποιήματα· ο όρος εδώ καλύπτει μια ευρεία γκάμα πεζών κειμένων με σαφή όμως πάντα ποιητικό προσανατολισμό.

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Φιλόλογος 151 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013) 85

Ματιές ενόλω. Αναγνωστάκης. Κύρου. Θασίτης. Χριστιανόπουλος. Ασλάνογλου. Μέσκος. Ευαγγέλου. Μάρκογλου (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2003)

Tονίζουμε εξαρχής ότι η διπλά αγαπητική σχέση του συγγραφέα με το αντικείμενό του δεν θολώνει επ’ ουδενί την κριτική του διαύγεια, τουναντίον θα ’λεγα την ακονίζει, προβαίνοντας σε αξιολογήσεις χωρίς αισθητικές εκπτώσεις.
Προτάσσει σύντομα βιογραφικά στοιχεία για καθέναν ποιητή που εξετάζει, κατά κανόνα ελεγμένα και διασταυρωμένα, καθώς πέραν του συγχρωτισμού είχε και πρόσβαση σε κάποια αρχεία ποιητών. Eμβαθύνει στους όρους που διαμόρφωσαν τον ψυχισμό τους και τις καταβολές.
Περιοδολογεί το έργο τους, ανοίγει διάλογο με κριτικούς που έχουν προσεγγίσει το έργο τους, αναδιφεί εξονυχιστικά τη βιβλιογραφία. Aναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τους, σχολιάζει και αποκωδικοποιεί τα σύμβολά τους, εμμένει στις τεχνικές της θεματικής ανάπτυξης, στη δόμηση των ποιημάτων, παρακολουθεί τις εκδοτικές διαφοροποιήσεις από επιμέρους συλλογές σε συγκεντρωτικές όπου επισυμβαίνουν, διατυπώνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τεχνοτροπικά στοιχεία, προσεγγίζει ερμηνευτικά δύσκολα ποιήματα, προβαίνει σε εκ νέου αναγνώσεις. H εποπτεία που έχει όλης της ποίησης του επιτρέπει να προβαίνει και σε εύστοχες όσο και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ή αντιδιαστολές (λ.χ. Mέσκου με Bρεττάκο, Eλύτη, Γκανά), με ομότεχνους απ’ όλο το φάσμα.
Ένα βιβλίο διπλά αξιοσύστατο καθώς συνοψίζει εγκυκλοπαιδικά και κριτικά τα ουσιώδη της κριτικής ως τώρα και ταυτόχρονα καταθέτει νέες προτάσεις ερμηνείας με κριτική νηφαλιότητα, θεωρητική εμβρίθεια, έλλογη συναίσθηση.

Γιάννης Κουβαράς, εφ. Η Καθημερινή (30-3-2004)

Οι υπότιτλοι των επιμέρους μελετημά­των ευστοχούν διπλά: καθώς δεν είναι τυπικοί και «στεγνοί», αφενός τραβούν την προσοχή του αναγνώστη κι αφετέ­ρου –το κυριότερο– ευθύς εξαρχής δί­νουν με λίγες λέξεις το διακριτό στίγμα του κάθε ποιητή αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται η ποίησή του. Λόγου χάρη, το μελέτημα για τον Αναγνωστάκη έχει υπότιτλο «Από τους δρόμους της ιστορίας στους διαδρόμους της σιωπής»· για τον Κύρου, «Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου»· για τον Χριστιανόπουλο, «Ο απελπισμένος του έρω­τα»· για τον Μέσκο, «Η βλάστηση της φύσης και ίου αισθήματος στο κλίμα της φθοράς»· για τον Ευαγγέλου, «Το ποίημα ως μέθοδος αναπνοής» – και ούτω καθεξής. Σε κάθε κείμενο, ο Μαρ­κόπουλος προτάσσει τα αναγκαία βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή, κι αμέσως μετά προσδιορίζει τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότη­τα του καθενός, επηρεάζοντας σε με­γάλο βαθμό το έργο τους. Επίσης, φέρ­νει στην επιφάνεια τις επισημάνσεις της κριτικής, με τις οποίες συχνά διαλέγε­ται· φωτίζει τις κρυφές πτυχές της ποι­ητικής ενός εκάστου· αναδεικνύει τα σύμβολα που συνηθίζουν να χρησιμο­ποιούν· εντοπίζει τυχόν αλλαγές από έκδοση σε έκδοση· «ξαναδιαβάζει» κομβικά –ή δύσκολα (ας τα πούμε έτσι)– ποιήματα, βοηθώντας μας να τα πλη­σιάσουμε και εμείς από καινούρια σκο­πιά, με πιο φρέσκο βλέμμα. Τα ποιή­ματα που ενσωματώνονται στα μελετήματα, είτε ολόκληρα είτε απο­σπασματικά, δρουν συμπληρωματικά προς τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του μελετητή.
Στον τόπο μας και στον καιρό μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση και οι ποιητές (με λιγοστές εξαιρέ­σεις) ωθούνται σε ένα είδος περιθωρί­ου, καθώς η εκδοτική βιομηχανία επενδύει στην αναμφισβήτητα πιο κερδοφόρα πεζογραφία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, με­λετήματα όπως αυτά του Μαρκόπου­λου, που συνδυάζουν τη συστηματικό­τητα του φιλολόγου, την ψυχραιμία του κριτικού και την ευαισθησία του ποιη­τή, προσεγγίζουν με ουσιαστικό και σύν­θετο τρόπο το έργο δημιουργών οι οποίοι έκαναν πλουσιότερη την ελληνική ποίηση.

Γιώργος Κορδομενίδης
εφ. Αγγελιοφόρος (Θεσσαλονίκη, 23-5-2004)

Η μελέτη του Θ. Μαρκόπουλου είναι έ­να έργο άρτιο και πολυεπίπεδο. Έργο ει­δικού μελετητή αλλά και ειδικού αναγνώ­στη. Απευθύνεται σε μια μεγάλη γκάμα α­ναγνωστών και καλύπτει τις ανάγκες τους: από τους ερευνητές και φιλολόγους ως τους αναγνώστες που απλώς ενδιαφέρονται να ενισχύσουν την ευαισθησία τους με λίγο περισσότερη πληροφόρηση. Τα θεωρητικά θέματα που συζητούνται, τα θέματα αισθητικής και ύφους, οι ακρι­βείς παραπομπές και η αντίστοιχη βιβλιο­γραφία, η σφαιρική κριτική θεώρηση του έργου των ποιητών που μελετώνται μαζί με την προσωπική ματιά του Μαρκόπου­λου είναι τα εχέγγυα μιας μελέτης που δίνει έντονα το στίγμα της στο πεδίο της λο­γοτεχνικής κριτικής.

Κούλα Αδαλόγλου
περ. Φιλόλογος 121 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005) 465-470

Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής. Ο πεζογράφος. Ο κριτικός
(Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2006)

Το μεγάλο σε όγκο, αν και καλά δομημένο, βιβλίο Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός είναι λεπτομερώς οργανωμένο σε πέντε βασικά κεφάλαια (καθένα από τα οποία περιλαμβάνει αρκετά υποκεφάλαια) και καλύπτει τους ποιητικούς τρόπους, τα βασικά θέματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Ευαγγέλου. Ύστερα από κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις η παρουσίαση συνεχίζει με το πεζογραφικό του έργο (πέντε μικρά σε έκταση μέρη) και έπειτα με το έργο του ως κριτικού (τρία μέρη). Ένας επίλογος, τρία επίμετρα, μία επιλεγμένη βιβλιογραφία –αρκετά εντυπωσιακή, με περισσότερα από τετρακόσια πενήντα λήμματα– και τα ευρετήρια (πρόσωπα, εφημερίδες και περιοδικά, μοτίβα και όροι, επιστολές του Ευαγγέλου και επιστολές άλλων προς τον ίδιο) κλείνουν το ανεκτίμητο αυτό βιβλίο. Ο Μαρκόπουλος καταγράφει ένα πλήθος απόψεων και θέσεων –με αναφορές ακόμη και σε μελετητές από την άλλη άκρη του κόσμου–  και αναντίρρητα φαίνεται αντικειμενικός, ενημερωμένος και αντιδογματικός. Ακόμη και το γεγονός ότι περιλαμβάνει στο βιβλίο του έναν κατάλογο με τις ξενόγλωσσες μεταφράσεις των ποιημάτων του Ευαγγέλου σε εφτά γλώσσες αποδεικνύει τη σχολαστικότητά του ως μελετητή.

Μarios-Byron Raizis, περ. World Literature Today [Oklahoma, USA]
(November-December 2007) 77-78
Μετάφραση: Μαρία Μαρκοπούλου
περ. Η Παρέμβαση 142 (Δεκέμβριος 2007-Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2008) 81

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής και λογοτέχνης και ο ίδιος, κάνει τη δική του προσπάθεια αντικειμενικής καταγραφής του λογοτεχνι­κού τοπίου της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης με αφορμή την ανάσυρση στοιχείων από το αρχείο του ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου. Το έργο είναι καρπός πολύχρονης εργασίας. Μία μονογραφία τέτοιας έκτασης και ποιότητας με την ταυτόχρονη ανά­δειξη ενός λογοτεχνικού αρχείου αποτελεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας, παρ’ ότι γνωρίζει τα θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας της λογοτεχνίας, γράφει κατά βάσιν εμπειρικά. Έτσι, ο αναγνώστης δεν χειραγω­γείται και του δίνεται η δυνατότητα να καταλήξει αβίαστα στα δικά του συμπερά­σματα. Ο αναγνώστης καλείται, μετά τη μελέτη του φιλολογικού αυτού πανοράμα­τος, να κρίνει εάν το έργο του Ευαγγέλου τον ικανοποιεί κατ’ αρχήν αισθητικά, και στη συνέχεια, εάν τον θεωρεί αντιπροσωπευτικό δημιουργό της γενιάς του ή της εποχής του. […]
Η μελέτη του Θ. Μ. απευθύνεται πρωτίστως σε αναγνώστες εξοικειωμένους με θέματα όπως η ιστορία της λογοτεχνίας, η μεταπολεμική ποίηση και η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Είναι ωστόσο ένα βιβλίο πολυδύναμο και πολυσυλλεκτικό, με τεράστιο αριθμό παραπομπών και ενδολογοτεχνικών αναφορών, όπου μπορεί κα­νείς να ανακαλύψει πολλές άγνωστες αλλά ενδιαφέρουσες και πάντα τεκμηριωμέ­νες πληροφορίες για την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία.

Διονύσης Στεργιούλας
περ. Οδός Πανός 140 (Απρίλιος-Ιούνιος 2008) 211, 212

Το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου είναι μία συμβολή. Νηφάλιο, φιλολογικά άρτιο, απόρροια κοπιώδους και εξαντλητικής έρευνας, φωτίζει με επάρκεια ένα πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο, που δεν πρέπει αβασάνιστα να προσπεράσουμε. Ο μελετητής προσεγγίζει τη συνεισφορά του Ανέστη Ευαγγέλου στο πλαίσιο της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, γιατί σε αυτό το πρωτογενές περιβάλλον ο ποιητής γαλουχήθηκε πνευματικά και κοινωνικά και σημαδεύτηκε βιωματικά, αλλά είναι απολύτως ορθή η επιλογή του Μαρκόπουλου να εντάξει τον Ευαγγέλου στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Η σύνδεση της τοπικής παράδοσης και πνευματικής παραγωγής με τα γενικότερα πολιτισμικά συμφραζόμενα διευρύνει και ολοκληρώνει τη θέαση του καλλιτεχνικού τοπίου, αποδεσμεύοντάς το από τη μονομέρεια του στείρου τοπικισμού.

Δημήτρης Κόκορης, εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις (19-10-2008)

Μικρές ανάσες (Μελάνι, Αθήνα 2010)

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η σχεδόν πλήρης απουσία των υπερρεαλιστικών χαρακτηριστικών που δε λείπουν από καμία προηγούμενη συλλογή του ποιητή: η αμεσότητα και η καθαρότητα των μηνυμάτων μοιάζουν να είναι σε απόλυτη προτεραιότητα. Έχουν συντελεστεί επιπλέον και άλλες σημαντικές αλλαγές∙ ο σαρκασμός, σταθερό όπλο του ποιητή απέναντι στη ρηχή και συχνά βάναυση καθημερινότητα, έχει οριστικά εξαφανιστεί αφήνοντας ως ανάμνηση μόνο μια ελαφριά ειρωνεία, κάποτε στα όρια του χιούμορ, σε τρία μόλις κείμενα, «Το ούζο σώζει το Γαλιλαίο» , «Κάθοδος Βορείου» και «Το ανθρωπάκι». Ο διδακτισμός και ο ρητορικός τόνος πάλι, εκφραστικές λύσεις που ποτέ δεν αγνόησε η ποίηση του Θ. Μαρκόπουλου, εμφανίζονται και εδώ έστω και χωρίς την επικουρία του σαρκασμού (λ.χ. στο ποίημα «Το χούφταλο»). Αντί για σαρκασμό ή ειρωνεία μια αδιόρατη θλίψη διαπερνά τα περισσότερα κείμενα, θλίψη που κλιμακώνεται και κορυφώνεται στο τέλος σε πίκρα. Η τεχνική της κλιμάκωσης βέβαια καλλιεργείται από τις πρώτες συλλογές και βελτιώνεται σημαντικά στο Περίστροφο της σιωπής, όμως, ενώ πριν κατέληγε σε αιχμή (ειρωνεία, σαρκασμό), εδώ καταλήγει τις περισσότερες φορές σε έναν πνιγμένο λυγμό.

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Πολιτιστικά Δρώμενα (Βέροια) 56
(Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος 2010) 37-38

Η γοητεία του Μαρκόπουλου οφείλεται στο γεγονός ότι μοιάζει αθώος και ανυποψίαστος για την υποχθόνια πρόθεση των ποιημάτων του. Θεωρεί ότι αποτυπώνει στοιχεία της πραγματικότητας ως αμετανόητος ρεαλιστής αλλά το αποτέλεσμα τον ξεπερνάει, υπερβαίνει τις προθέσεις του, εκθέτει την αγνότητα ενός παιδιού που εξερευνά με περιέργεια τον κόσμο. Το μοτίβο που κυριαρχεί είναι η κάθοδος προς τον κάτω κόσμο, όμως εδώ ο μεταβατικός τόπος συνάντησης των μορφών είναι ένα μαγνητικό πεδίο περιδίνησης όπου η ζωή με το φορτίο της αντιπαλεύει το αίνιγμα του θανάτου. Ο ποιητής εκκινεί από την πραγματικότητα αλλά το ποίημα αφορά το υποσυνείδητο, το χώρο όπου οι μορφές ρευστοποιούνται ποικιλόμορφα ανοίγοντας διάπλατα τον ορίζοντα της δυνητικότητας. Κατά τη γνώμη μου ο Θανάσης Μαρκόπουλος είναι ένας μεταιχμιακός ποιητής, αποτυπώνει τον συνοριακό χώρο ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπω κι αυτό που με κοιτάζει, σ’ αυτό που επιχειρώ να καθορίσω τις διαστάσεις του και σ’ αυτό που με παραπλανά και με σαγηνεύει.

Ιγνάτης χουβαρδάς
Ιγνάτης Χουβαρδάς-Δημήτρης Κόκορης
Ο ποιητής και κριτικός Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος
Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Δήμος Θεσσαλονίκης-Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο
Θεσσαλονίκη 2010, σ. 7

Ο κόσμος της ποιητικής αναφοράς του Μαρκόπουλου μοιάζει να οριοθετείται αυστηρά, οριακά θα έλεγα, με τη συλλογή του αυτή. Ακόμα και τα συναισθήματα αμβλύνονται μπορώ να υποθέσω αλλεπάλληλες γραφές για τη μη συγκινησιακά φορτισμένη έκφραση. Πρόσωπα που κινούνται στωικά και δωρικά στο μονοπάτι του βίου τους. Το ποιητικό υποκείμενο μετρά απώλειες και διαψεύσεις το ίδιο δω­ρικά. Τοπίο τραχύ, άνθρωποι φαινομενικά αλύγιστοι, το ποιητικό υποκείμενο συ­χνά συντριμμένο, ωστόσο αγέλαστο και επίμονο. Και ένα πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό γύρω από τα πρόσωπα αυτά, σαν σε χορό τραγωδίας. Για την προηγού­μενη ποιητική του συλλογή σημείωνα τη λείανση των αιχμηρών γωνιών. Όχι γιατί είχε πάψει ο ποιητής να κοιτά γύρω του με κριτικό μάτι και να ενοχλείται από τις διάφορες πραγματικότητες. Όχι ότι συμβιβαζόταν με τα γεγονότα. Αλλά η συγκαλυμμένη τρυφερότητα που έβγαινε σαν οργή, με «εικόνες από πέτρα» στο Περί­στροφο της σιωπής, εκεί αχνοφαινόταν σαν συμπάθεια και συμπόνια στα ανθρώ­πινα. Η τρυφερότητα ανέτελλε και το συναίσθημα αφηνόταν πιο ελεύθερο. Εδώ η τρυφερότητα έχει πάλι συγκαλυφθεί και το συναίσθημα συμπιέζεται, με μια φαι­νομενική ηρεμία που εγκυμονεί υπόγεια έκρηξη. Τόσο πολύ, που από κάπου έπρεπε να υπάρξει δικλείδα ασφαλείας, για αποφόρτιση. Κι έρχεται ο έρωτας να απε­λευθερώσει τη συναισθηματική ένταση και να χρωματίσει γήινα την ποιητική έκ­φραση. Δωρικός λόγος με πολιτικά συμφραζόμενα και ερωτική επιθυμία της κα­θημερινότητας. Ευτυχής συνάντηση.

Kούλα Αδαλόγλου
περ. Νέα Παιδεία 136
(Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) 147-148

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, στο από­γειο αυτή τη στιγμή της ωριμότητάς του, μάς χαρίζει ποιήματα σωματικά και βιωμα­τικά. Τα ποιήματά του, δηλαδή, εγγράφονται πάνω στην ιστορική του διαδρομή, καθώς κουβαλούν τα εχέγγυα της προσωπικής εμπειρίας και τα γνωρίσματα ενός συγκε­κριμένου γεωγραφικού χάρτη. Αποφαίνεται δηλαδή επί πραγμάτων τα οποία όχι μόνο επεξεργάστηκε φαντασιακά, αλλά κυρίως έζησε. Άρα, τόπος, ιστορία και άνθρωποι συνενώνονται μέσα σε μια ομόλογη δέσμη συγκίνησης, η στοχαστική άνωση της οποίας συνιστά την ποίησή του.
Η σωματική ποίηση αναδιφά πάντα τα μονοπάτια της μνήμης. Στην περίπτωση του Θανάση Μαρκόπουλου τα ποιητικά αυτά μονοπάτια φέρνουν στο φως τους γεννήτο­ρες, το σφύζον αίμα του συγγενικού χώρου, καθώς και τους απώτερους ή εγγύτερους φίλους που διασταυρώθηκαν κάποια στιγμή μαζί του, αποδίδοντας όμορφες χρονικές συγκυρίες και βαθιά, πηγαία αισθήματα. Α­τραποί της εφηβείας, σπαράγματα του εμφυλίου, καταυγάσματα της φιλίας, ευθύνες του καθήκοντος, επίμονες προσεγγίσεις της τέχνης και πάνω απ’ όλα ο έρωτας στις αδιάλειπτες διαχρονικές του εκδοχές γίνο­νται τα εναύσματα της θεματικής του. Ανάμεσά τους δεσπόζουσα θέση κατέχει η έννοια της καθημερινής φθοράς, η κατα­κρήμνιση του ανθρώπου προς το εσωτερι­κό του και η προοδευτική αποξένωση.

Ηλίας Κεφάλας
περ. Νέα Ευθύνη 2 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) 160-161

Ο ποιητής και το ποίημα (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2010)

Μία ακόμη  πτυχή του έργου του Θανάση Μαρκόπουλου αφορά ως πεδίο εφαρμογής τη διδακτική της λογοτεχνίας, τομέα τον οποίο ο Μαρκόπουλος έχει εμπλουτίσει ως φιλόλογος της σχολικής τάξης αρχικά και ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στη συνέχεια. Σε αρκετά περιοδικά που θέτουν ως έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της στόχευσής τους τη διδακτική πράξη – αναφέρω ενδεικτικά τη Νέα Παιδεία, τη Φιλολογική, περιοδικό που εκδίδεται από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, και τον Φιλόλογο, το περιοδικό των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – έχουν κατά καιρούς  δημοσιευτεί αρκετά μελετήματα του Μαρκόπουλου ως διδακτικές προτάσεις. Δεκαοκτώ από αυτές τις προτάσεις συγκρότησαν, επιτελώντας το ρόλο διδακτικών σεναρίων, το βιβλίο Ο ποιητής και το ποίημα  (εκδ. Σοκόλη, 2010). Εδώ προσεγγίζονται διδακτικά, κείμενα οκτώ σημαντικών ποιητών μας (Κ.Γ. Καρυωτάκη, Μίλτου Σαχτούρη, Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου, Κικής Δημουλά, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μιχάλη Γκανά και Αντώνη Φωστιέρη) και αυτές οι προσεγγίσεις βοηθούν λειτουργικά και ουσιαστικά τόσο τους δασκάλους όσο και τους μαθητές του λογοτεχνικού φαινομένου.

Δημήτρης Κόκορης, 19-10- 2013
Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών
Πολιτιστικός Πολυχώρος «Δημήτρης Χατζής»

Ένα πουλί στην άσφαλτο (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)

Η παρούσα έκδοση με τίτλο Ένα πουλί στην άσφαλτο. Ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου (εκδ. Μελάνι) με δοκίμια του Θανάση Μαρκόπουλου αποτελεί μία πραγματικά σημαντική συμβολή στη μελέτη και επαναπροσέγγιση του έργου του ποιητή. Ένα έργο που χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντινομία-καταφέρνει και συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη / επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ. Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διαχρονική την ποίησή του...

Γιώργος Βαϊλάκης, εφ. Ημερησία (25-5-2013)

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος (ποιητής, φιλόλογος και κριτικός, Κρανίδια Κοζάνης, 1951), κάνοντας ένα μοντάζ σε παλιότερες μελέτες και δοκίμιά του, συνέθεσε ένα αξιοπρόσεχτο και κατατοπιστικό κριτικό πόνημα, τυπωμένο με καλή αισθητική και λιτότητα από τις ποιοτικές εκδόσεις Μελάνι, αναφορικά με τον Ν.-Α. Α. Ο τίτλος του πάρθηκε από στίχο του ποιητή: Ένα πουλί στην άσφαλτο, και ο υπότιτλος: ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Κείμενο συνολικής δουλειάς αρκετών χρόνων, που αποτελεί ένα άρτιο και ολοκληρωμένο φιλολογικό και ποιητικό πορτρέτο του μεγάλου ερωτικού ποιητή της Θεσσαλονίκης.

 Παναγιώτης Γούτας
(20-6-2013)

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) είναι από τους πλέον ιδιαίτερους και σημαντικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του μελαγχολική, πρωτότυπη, χαμηλόφωνη, αισθητική, με το ρίγος των προσώπων και των πραγμάτων να αποτυπώνεται σ’ έναν κόσμο μοναξιάς, καταστροφής και εγκατάλειψης, σ’ ένα καθορισμένο τέλος, απηχεί το κλίμα «μιας κοινωνικής πραγματικότητας που παίρνει το όχημα της ερωτικής αγωνίας», όπως είχε πει. «Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Γιώργο Ιωάννου τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου (1958-1983)», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Μαρκόπουλος.
Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, φιλόλογος, κριτικός και ποιητής, συγκεντρώνει στον παρόντα τόμο φιλολογικές μελέτες του για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από το 1997 έως σήμερα. Με βαθιά γνώση, ενδελέχεια και διεισδυτικότητα εξετάζει τόπους και όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου.

Θάνος Σταθόπουλος, εφ. Η Καθημερινή (21-7-2013)

Χωρίς να θεωρηθεί παραγνωρισμένο, το ποιητικό έργο του Νίκου Αλέξη  Ασλάνογλου δεν έχει ιδιαίτερα προβληθεί ίσως και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του που προαναφέρθηκαν.  Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να το φωτίσει πολύπλευρα αλλά και ταυτόχρονα να συμπληρώσει το corpus των ποιημάτων με λανθάνοντα και δυσεύρετα ποιήματα. Κάτι που, όπως μπόρεσα να κρίνω, γίνεται με ιδιαίτερη ευσυνειδησία, μεθοδικότητα, θεωρητική επάρκεια και κριτική ικανότητα. Ιδιότητες που, συγκεντρωμένες σε μια φιλολογική δουλειά, δεν είναι πια και ό,τι συνηθέστερο.

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Η Παρέμβαση 168-169
(Τέλος θέρους-Αρχή φθινοπώρου 2013) 39

Ο Μαρκόπουλος προβαίνει σε μια ολική, εξαντλητική γραμματολο­γική μελέτη του έργου του Ασλά­νογλου, και, ως προς αυτό, είναι σαφώς άξιος συγχαρητηρίων. Μο­λονότι κλείνει τους πραγματολο­γικούς και βιβλιογραφικούς λογα­ριασμούς του με τον ποιητή με μια εκτενή και συγκροτημένη δουλειά, έχω την αίσθηση πως εισέρχεται ορισμένες φορές σε έναν φιλολογισμό, στο πεδίο δηλαδή της τε­λεσίδικης ερμηνείας.

Ιορδάνης Κουμασίδης
περ. The  BooksJournal 41 (Μάρτιος 2014) 85

Το 2013 ο Μαρκόπουλος συγκεντρώνει σε ένα τόμο όλα τα κείμενα που έχει γράψει για τον Ασλάνογλου και τον τιτλοφορεί Ένα πουλί στην άσφαλτο (στίχος του ποιητή), με υπότιτλο: Ποίηση και Ποιητική του Νί­κου Αλέξη Ασλάνογλου. Η μελέτη αυτή, που ξεκίνησε το 1994, αποτελεί μακροχρόνιο μόχθο του Μαρκόπουλου για να μας δώσει σ’ όλη την έκτα­ση και τις προεκτάσεις του το πορτρέτο ενός από τους  σημαντικότερους μεταπολεμικούς ερωτικούς ποιητές των γραμμάτων μας, που δεν είχε τη θέληση (μήπως τη δύναμη;) να προβάλει το έργο του όσο του άξιζε. Πι­στεύω ότι κάτι τέτοιο υποδηλώνει και ο τίτλος που έδωσε ο Μαρκόπου­λος στο βιβλίο του.

Περικλής Σφυρίδης
Παραφυάδες ΙΙΙ. Κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 2009-2013
Εισαγωγή-Επιλογή κειμένων-Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2015, σ. 238

Ματιές ενμέρει (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014)

Με μια κατακτημένη, από τη συνεχή θητεία του στην ποίηση, ικανότητα συμπύκνωσης του ουσιώδους, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, καθώς ξεκινά την ανάγνωση κάθε κριτικού κειμένου με τους απόλυτα αφαιρετικούς τίτλους, που εμπεριέχουν ταυτόχρονα έναν κρυφό δυναμισμό, όπως: «το διάφανο σκότος», «ο σπασμένος καιρός», «γονατισμένοι ουρανοί», «βαφές θανάτου»…
Παράλληλα, έχοντας βαθιά επιστημονική γνώση της λογοτεχνίας, ανατέμνει τα κείμενα με λεπτό χειρουργικό νυστέρι, όχι μόνο χωρίς να τα πληγώνει, αλλά αναδεικνύοντας με σεβασμό και αγάπη τις φλέβες της δημιουργίας, που τα ζωντανεύουν.
Τέλος, παραθέτοντας στο κείμενό του σχετικά αποσπάσματα –περισσότερα ποιήματα λιγότερα πεζά– δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το δημιουργό αλλά και στο δημιουργό να ακουστεί άμεσα η φωνή του, χωρίς τη γέφυρα του κριτικού.

Δήμητρα Σμυρνή
faretra.info/index.php/epikairotita/epikairotita-group /
grammata-texnes/3726-grammata-smyrni-markopoulos-maties
(3-3-2015)

Οι Ματιές ενμέρει περιλαμβάνουν σαράντα πέντε κριτικά κείμενα, στα οποία προσεγγίζονται ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν κατά την εικοσαετία 1993-2013 (είκοσι ποιητικά, είκοσι πεζογραφικά και πέντε που ανήκουν στην κατηγορία της φιλολογικής-κριτικής μελέτης). Ο κριτικός δεν έχει αναγάγει σε βασικό γνώμονα αξιολόγησης την προσωπική του ποιητική (συγγραφείς με ισχυρή λογοτεχνική προσωπικότητα συχνά δεν αποφεύγουν αυτήν την πρακτική κατά την κριτική τους δραστηριότητα). Αντιθέτως: στηρίζει σε λογικά και αναγνωστικά επιχειρήματα την κριτική του γνώμη, με απλότητα, με διαύγεια, με φιλολογική επάρκεια και προπάντων με ειλικρινή αγάπη προς τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο νηφάλιος και ακριβής κριτικός λόγος εμπλουτίζεται και καθίσταται λειτουργικός με τις Ματιές ενμέρει. Σε έναν χώρο από τον οποίο δεν λείπουν αφενός οι άκριτες υμνολογίες (σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαμε, δυστυχώς, να τις χαρακτηρίσουμε και γλοιώδεις) και αφετέρου οι εμπαθέστατες και άδικες κατηγόριες, οι εμπεριστατωμένες και χαμηλότονα εκφρασμένες κριτικές θέσεις μάς δίνουν το σωστό μέτρο και αυτό είναι κάτι, το οποίο πρέπει να προσγραφεί στα πολλά θετικά στοιχεία της συγγραφικής παρουσίας τού Θανάση Μαρκόπουλου.

Δημήτρης Κόκορης, εφ. Η Αυγή της Κυριακής-Αναγνώσεις (3-5-2015)

Χαμηλά ποτάμια (Μελάνι, Αθήνα 2015)

Κυρίαρχο μοτίβο στα ποιήματα του Θανάση Μαρκόπουλου είναι η αναζήτηση της ταυτότητας, με τη διαδικασία της επιστροφής στις πατρογονικές ρίζες. Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Χαμηλά ποτάμια, η έννοια της ταυτότητας σκιαγραφείται κυρίως με τη μορφή του πατέρα, με την οργανική και τη συμβολική σημασία του όρου. Ο Μαρκόπουλος από παλιότερα διακρινόταν για την εμμονή του γύρω από τον γενέθλιο τόπο, που είναι η περιφέρεια της Κοζάνης, αποτυπώνοντας μια διαδικασία εξορίας (καθώς έλαχε να ζει στην ενήλικη ζωή στη Βέροια), μια συνθήκη απόστασης την οποία επιχειρεί να αμβλύνει.
Τη συνθήκη αυτή ο ποιητής την καταγράφει με τρόπο καθαρά βιωματικό, προσκολλημένος στα υλικά μιας πραγματικότητας συνήθως πικρής και αποκαρδιωτικής, που στιγματίζεται από τη ροή του χρόνου, το φάσμα του θανάτου, τη σταδιακή μετάβαση από τον κόσμο των ζώντων στον κόσμο των τεθνεώτων. Τα γεράματα που ελαύνουν καταγράφονται με τον τρόπο του ντοκιμαντέρ, κι εκείνο που κάνει εντύπωση είναι ότι η αμεσότητα και καθαρότητα της περιγραφής αφήνει ένα κατακάθι βαθύτατης ανθρωπιάς, μια ψίχα βαθιά ευλαβική, έναν ασπασμό σε κώδικα ηθικών αξιών. Ο Μαρκόπουλος είναι ρεαλιστής με την έννοια της αμετανόητης πίστης στις βαθύτερες αξίες της ζωής, είναι ουμανιστής, εγκάρδιος, συμπονετικός. Θα έλεγα πως η πέτρινη υφή του λόγου του, αυστηρή και τραχιά, περήφανα ασκητική και ορεσίβια, είναι μια πανοπλία, ένα μέσο για να σταθεί ψύχραιμος και ορθός σε θέματα που τον συγκινούν και τον συγκλονίζουν. Εκείνο που τον διακρίνει είναι η επίμονη προσπάθειά του να καταστήσει μια αντικειμενικότητα στα πράγματα, να ορίσει μια αναντίρρητη αλήθεια, να είναι κατά κάποιο τρόπο απόλυτος, την ίδια ώρα που η ροπή του αυτή τελείται με τα πιο υποκειμενικά, φερτά και αναλώσιμα υλικά, που αποτυπώνουν τον ευαίσθητο ψυχισμό ενός εξορισμένου παιδιού.

Ιγνάτης Χουβαρδάς
http://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/mrkopoulos-e-thanasis-melani-chamila-potamia?utm_source=Newsletter&utm_medium=email (25-1-2016)




Τα γλωσσικά και υφολογικά χαρακτηριστικά που εντοπίστηκαν στις Μικρές ανάσες μοιάζουν εδώ να έχουν οριστικά παγιωθεί. Το αίτημα για λιτότητα φτάνει στη συλλογή αυτή στα όρια της αφαίρεσης, με τα ποιήματα σπάνια να ξεπερνούν τους δώδεκα ή δεκατρείς στίχους. Βέβαια, αν εξαιρέσει κανείς τις δύο πρώτες συλλογές, η ροπή προς τη μικρή φόρμα είναι πάγια στην ποίηση του Θανάση Μαρκόπουλου, αλλά εδώ ο ποιητής μοιάζει να έχει οριστικά καταλήξει στο τελικό μορφικό σχήμα με τα «γνήσια» ποιήματα να γίνονται όλο και πιο ολιγόστιχα και, όταν απαιτείται ευρύτερη ανάπτυξη (λ.χ. αφήγηση), να προτιμάται το πεζό ποίημα, που ως πρόζα, έστω και ποιητική, έχει μεγαλύτερη ελαστι­κότητα. Η πρακτική αυτή ξεκινά από το Τεστ κοπώσεως (όπου πρωτοεμφανίζονται σε ευρεία κλίμακα τα πεζά ποιήματα) και συνεχίζεται πλέον με συνέπεια. Στο παραπάνω συμπέρασμα οδηγεί και η κατανομή ποιη­μάτων και πεζών ποιημάτων σε ευδιάκριτες υποενότητες, όπως προαναφέρθηκε, κατανομή που πρωτοεμφανίστηκε στην προηγούμενη συλλο­γή ενώ αντίθετα στο Τεστ κοπώσεως η διαίρεση αυτή ήταν λιγότερο ευδιάκριτη. Το πρώτο ποίημα της συλλογής «Βόλτες στο περβάζι» είναι ένα καλό παράδειγμα για τις παραπάνω παρατηρήσεις σχετικά με τη λιτότητα: τρεις στίχοι, ένα ρήμα, χωρίς επίθετα. Πίσω απ’ τις περσίδες/ ένα σπουργίτι τεμαχισμένο/ κόβει βόλτες στο βλέμμα μου. Αν εξαιρεθεί ο αριθμός των συλλαβών ανά στίχο, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί χαϊ-κού.
Ο συνδυασμός του αφηγηματικού χαρακτήρα και του καθημερινού, κουβεντιαστού λόγου που κυριάρχησε στα ποιήματα της προηγούμενης συλλογής διατηρείται χωρίς αλλαγές ως προς το πρώτο σκέλος και με λίγες αποκλίσεις ως προς το δεύτερο. Χωρίς ο ποιητής να επιστρέφει ούτε στον επικό λόγο της πρώτης ποιητικής του περιόδου ούτε ξεκάθα­ρα στον ενμέρει και κατά διαστήματα υπερρεαλίζοντα της δεύτερης περιόδου, υπάρχουν κάποια ποιήματα (λ.χ. «Οχτώ με δέκα», «Θεατής δωματίου», «Το τραγούδι της μοναξιάς») που θυμίζουν εκφραστικά τις συλλογές της δεκαετίας του 90. Από την άλλη πάλι η τεχνική αρτιότητά τους φανερώνει και το δρόμο που έχει διανύσει ο ποιητής σκάβοντας στο ορυχείο του ποιητικού λόγου κάτι που φάνηκε πολύ καθαρά στις Μικρές ανάσες και πιστοποιείται εκ νέου και στα Χαμηλά ποτάμια. Άλλω­στε και σε αυτή τη συλλογή κυριαρχούν τα ποιήματα που ο δηλωτικός χαρακτήρας τους οδηγεί σε μια ποίηση ρεαλιστική, ολιγόλογη και ζυγι­σμένη, με τη στόχευση του ποιήματος να γίνεται άμεσα ορατή στον ανα­γνώστη. Είναι σταθερή η επιδίωξη του ποιητή για αμεσότητα και διαύγεια στην πρόσληψη του ποιητικού μηνύματος και τίποτα δεν περισσεύ­ει. Στους εκφραστικούς τρόπους του ποιητή το χιούμορ και η λεπτή ειρω­νεία συχνά αυτοειρωνεία καθώς και η ίδια ήπια θλίψη που χαρακτη­ρίζει πολλά ποιήματα από τις Μικρές ανάσες είναι οι μηχανισμοί που κινητοποιεί ο ποιητής για να ελκύσει τον αναγνώστη μαζί με την αιχμή (λυρική ή και ειρωνική) του τελευταίου στίχου, ενώ ο διδακτισμός και η (ειρωνική) ρητορεία έχουν ελαχιστοποιηθεί. Αξιοπρόσεκτος τέλος ο πει­ραματισμός του ποιητή με παραδοσιακές ποιητικές φόρμες: στην προη­γούμενη συλλογή με στίχους ή ημιστίχια σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, εδώ με το «Τραγούδι της μοναξιάς»,  όπου σε τρεις τετράστιχες στροφές εναλλάσσονται σε μορφή α-β-β-α δεκατρισύλλαβοι ανάπαιστοι με δεκασύλλαβους αμφίβραχεις.

Παντελής Τσαλουχίδης
Περ. Παρέμβαση 180-181 (Απρίλιος-Αύγουστος 2016) 66-67

Με τα Χαμηλά ποτάμια του –ο τίτλος παρμένος από έναν στίχο του Χρήστου Μπράβου– ο Θανάσης Μαρκόπουλος φτάνει σε μια φάση έκδηλης ωρίμανσης της ποιητικής του διαδρομής. Με κινητήριο μοχλό την ανάμνηση (που ανασύρεται συνήθως «λυπημένη» από τα πλούσια «μουσεία μνήμης» που διαθέτει) και βλέμμα διεισδυτικό και ιδιαίτερα αισθαντικό, που συνεχώς μετακινείται στα διάφορα συμβάντα του βίου (ενσωματώνοντας κάποτε στην κίνησή του ακόμη και τα βλέμματα των άλλων), επιτυγχάνει μια πρισματική θεώρηση της ζωής και φέρνει στην επιφάνεια σφοδρά συναισθήματα μέσα από απλά στιγμιότυπα. Το αποτέλεσμα είναι η αβίαστη μετάδοση γνήσιας συγκίνησης στον αναγνώστη. Η έντονη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, η τρυφερότητα (από και προς το πρόσωπο) της μάνας, τα σκιρτήματα του έρωτα, η ανυστερόβουλη επίνευση του ποιητικού υποκειμένου προς τους νέους (και, γενικότερα, προς τη νεότητα), η ειλικρινής συμπόνιά του για τους ανυπεράσπιστους και όσους υφίστανται την αδικία –τους «καλούς αλλά κακότυχους»– είναι μερικά από τα θέματα του.

Τάσος Καλούτσας